As simple as it gets...

 

PROOF (/pru:f/) από το λατινικό ρήμα probare (=δοκιμάζω). Μια δοκιμή η οποία αξιολογεί την ισχύ ή την ποιότητα. Οποιαδήποτε προσπάθεια, διαδικασία, ή λειτουργία με σκοπό να διαπιστωθεί ή να ανακαλυφθεί ένα στοιχείο ή μια αλήθεια, μια πράξη δοκιμής, ή η ίδια η δοκιμή. -(για την εκτύπωση) Το δοκίμιο, η δοκιμαστική εκτύπωση για την επιθεώρηση. Μια δοκιμαστική εκτύπωση που λαμβάνεται για τη διόρθωση ή την εξέταση, αποκαλούμενη επίσης φύλλο απόδειξης (proof sheet). Η διόρθωση δοκιμίων (proofreading) είναι η επιθεώρηση και διόρθωση λαθών και ατελειών πριν την έναρξη της διαδικασίας παραγωγής.

printbutton

loukoumaki